Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.044.661 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αιώνιος

0,02 sec.
αιώνιος eternal éternel, permanent, perpétuel ewig eterno, sempiterno خالد věčný evig ikuinen vječan eterno 永遠の 영원한 eeuwig evig wieczny eterno вечный evig ที่อยู่ชั่วนิรันดร์ sonsuz vĩnh viễn 永恒的
επίθ α / θ / ουδ αιώνιος, αιώνια, αιώνιο [e'onios, e'onia, e'onio]
1 που διαρκεί για πάντα éternel/-elle
αιώνιος έρωτας un amour éternel
2 μόνιμος, στάσιμος éternelinvétéré/-ée
αιώνιο πρόβλημα un problème éternel
αιώνιος ταξιδευτής un voyageur invétéré
επίρρ αιώνια [e'onia]
για πάντα définitivement
Θα σ'αγαπώ αιώνια. Je t'aimerai éternellement.
επίρρ αιωνίως [eo'nios] συνεχώς à répétition
Είναι αιωνίως άρρωστος. Il est tout le temps malade.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.