ακάθαρτος

(προωθήθηκε από ακάθαρτη)
Μεταφράσεις

ακάθαρτος

(a'kaθartos) αρσενικό

ακάθαρτη

(a'kaθarti) θηλυκό

ακάθαρτο

dirty, filthy, impure, foulsucio, fétido, mugriento, repugnanteimpur, sale, infect, répugnantقَذِر, وَسِخohavný, špinavýækel, beskidtdreckig, scheußlichinhottava, likainenprljav, zagađendisgustoso, sudicioいやな, 不潔な더러운, 불결한smerigskittenpaskudny, śmierdzącyimundo, sujoгрязный, загрязненныйillaluktande, smutsigเหม็นเน่า, สกปรกiğrenç, kirlibẩn thỉu, dơ污秽的 (a'kaθarto) ουδέτερο
επίθετο
1. βρώμικος ακάθαρτα νερά
2. ανακατεμένος με ξένα στοιχεία ακάθαρτο υγρό ακάθαρτο πετρέλαιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close