ακάθεκτος

(προωθήθηκε από ακάθεκτη)
Μεταφράσεις

ακάθεκτος

(a'kaθektos) αρσενικό

ακάθεκτη

(a'kaθekti) θηλυκό

ακάθεκτο

impetuous, unrestrained (a'kaθekto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν τον σταματάει τίποτα oρμάω ακάθεκτος στον εχθρό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close