ακέραιος

Μεταφράσεις

ακέραιος

(a'cereos) αρσενικό

ακέραιη

(a'cerei) θηλυκό

ακέραιο

entier, droit, honnêteintact, integral, whole (a'cereo) ουδέτερο
επίθετο
1. ολόκληρος ακέραιος αριθμός
ολότελα
2. χωρίς φθορά διατηρούμαι ακέραιος
3. έντιμος ακέραιος χαρακτήρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close