| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.441.844 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακίνητος |
0,03 sec. |
|
ακίνητος motionless, stationary, still ثابت, ساكن nehybný stille, ubevægelig bewegungslos, regungslos inmóvil, quieto liikkumaton calme, statique nepomičan fermo, immobile 動かない, 静かな 가만히 있는, 움직이지 않는 bewegingloos, stil stille, ubevegelig cichy, unieruchomiony imóvel неподвижный lugn, orörlig ไม่มีการเคลื่อนไหว, นิ่ง durgun, hareketsiz bất động, phẳng lặng 不动的, 静止的 επίθ α / θ / ουδ ακίνητος, ακίνητη, ακίνητο [a'cinitos, a'ciniti, a'cinito] που δε μετακινείται immobile στέκομαι ακίνητος rester immobile ακίνητη περιουσία περιουσία από ακίνητα des biens immobiliersακίνητη γιορτή με σταθερή ημερομηνία une fête fixe ουσ ουδ ακίνητο κτίριο ή οικόπεδο bien immobilier πώληση ακινήτου une vente immobilière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|