ακαθόριστος

(προωθήθηκε από ακαθόριστο)
Μεταφράσεις

ακαθόριστος

(aka'θoristos) αρσενικό

ακαθόριστη

(aka'θoristi) θηλυκό

ακαθόριστο

indeterminate, unspecified, nondescript, vagueне определено (aka'θoristo) ουδέτερο
επίθετο
1. απροσδιόριστος ακαθόριστο είδος
2. που δε διακρίνεται εύκολα ακαθόριστα χαρακτηριστικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close