| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.284.580 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακαθόριστος |
0,02 sec. |
|
ακαθόριστος indeterminate, unspecified, nondescript, vague επίθ α / θ / ουδ ακαθόριστος, ακαθόριστη, ακαθόριστο [aka'θoristos, aka'θoristi, aka'θoristo] 2 που δε διακρίνεται εύκολα flou, floueimprécis/-ise ακαθόριστα χαρακτηριστικά des caractéristiques floues/imprécises Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|