ακαλαίσθητος

(προωθήθηκε από ακαλαίσθητο)
Μεταφράσεις

ακαλαίσθητος

(aka'lesθitos) αρσενικό

ακαλαίσθητη

(aka'lesθiti) θηλυκό

ακαλαίσθητο

(aka'lesθito) ουδέτερο
επίθετο
κακόγουστος ακαλαίσθητο ντύσιμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close