ακαριαίος

Μεταφράσεις

ακαριαίος

(akari'eos) αρσενικό

ακαριαία

(akari'ea) θηλυκό

ακαριαίο

instantaneousinstantané, illico, immédiatementistantaneaמיידיلحظية瞬时chwilowamomentaneмгновенная瞬時øjeblikkeligeinstantâneainstantánea (akari'eo) ουδέτερο
επίθετο
που συμβαίνει μέσα σε ελάχιστο χρόνο ακαριαίος θάνατος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close