| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.502.776 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακατάλληλος |
0,03 sec. |
|
ακατάλληλος inappropriate, unsuitable, unfit غير صالح nezpůsobilý uegnet ungeeignet inepto sopimaton inapte nesposoban inadatto 不向きな 부적당한 ongeschikt uegnet niedysponowany impróprio неподходящий i dålig kondition ไม่มีคุณสมบัติ sağlıksız không phù hợp 不适宜的 επίθ α / θ / ουδ ακατάλληλος, ακατάλληλη, ακατάλληλο [aka'talilos, aka'talili, aka'talilo] 1 που δεν είναι ο κατάλληλος για την περίσταση £££inadéquat/-quate§§§§inopportun/-uneinadapté/-ée ακατάλληλο ντύσιμο tenue inadéquate 2 που δε βολεύει inopportun/-une ακατάλληλη στιγμή un moment inopportun Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|