ακατάπαυστος

(προωθήθηκε από ακατάπαυστη)
Μεταφράσεις

ακατάπαυστος

(aka'tapafstos) αρσενικό

ακατάπαυστη

(aka'tapafsti) θηλυκό

ακατάπαυστο

ceaseless, incessant, unceasingincessant, infini, permanent, perpétuelinfinito (aka'tapafsto) ουδέτερο
επίθετο
που δε σταματάει ποτέ ακατάπαυστος αγώνας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close