Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.634.066 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ακατάστατος

0,01 sec.
ακατάστατος disorderly, messy, shabby, untidy
ακατάστατος désordonné, mobile
ακατάστατος فوضوي
ακατάστατος nepořádný
ακατάστατος rodet
ακατάστατος unordentlich
ακατάστατος desordenado
ακατάστατος sotkuinen
ακατάστατος neuredan
ακατάστατος disordinato
ακατάστατος 取り散らかした
ακατάστατος 지저분한
ακατάστατος rommelig
ακατάστατος rotete
ακατάστατος brudny
ακατάστατος bagunçado, trapalhão
ακατάστατος грязный
ακατάστατος rörig
ακατάστατος ซึ่งไม่เรียบร้อยและสกปรก
ακατάστατος kirli
ακατάστατος lộn xộn
ακατάστατος 凌乱的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.