| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.634.066 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακατάστατος |
0,01 sec. |
|
ακατάστατος disorderly, messy, shabby, untidy ακατάστατος désordonné, mobile ακατάστατος فوضوي ακατάστατος nepořádný ακατάστατος rodet ακατάστατος unordentlich ακατάστατος desordenado ακατάστατος sotkuinen ακατάστατος neuredan ακατάστατος disordinato ακατάστατος 取り散らかした ακατάστατος 지저분한 ακατάστατος rommelig ακατάστατος rotete ακατάστατος brudny ακατάστατος грязный ακατάστατος rörig ακατάστατος ซึ่งไม่เรียบร้อยและสกปรก ακατάστατος kirli ακατάστατος lộn xộn ακατάστατος 凌乱的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|