ακατέργαστος

(προωθήθηκε από ακατέργαστο)
Μεταφράσεις

ακατέργαστος

(aka'terɣastos) αρσενικό

ακατέργαστη

(aka'terɣasti) θηλυκό

ακατέργαστο

crude, untreatedفَظّprimitivnígrovprimitivburdo, crudokarkeabrutgrubgrezzo粗雑な천연 그대로의ruwsurowybrutoгрубыйgrovหยาบkabathô简陋的суров (aka'terɣasto) ουδέτερο
επίθετο
στη φυσική του μορφή ακατέργαστο ξύλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close