| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.855.132 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακαταλαβίστικος |
0,01 sec. |
|
ακαταλαβίστικος επίθ α / θ / ουδ ακαταλαβίστικος, ακαταλαβίστικη, ακαταλαβίστικο [akatala'vistikos, akatala'vistici, akatala'vistiko] που δεν τον καταλαβαίνει κανείς incompréhensible ακαταλαβίστικη γλώσσα une langue incompréhensible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|