| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.427.117 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακαταμάχητος |
0,01 sec. |
|
ακαταμάχητος irresistible, compelling, foursquare irrésistible επίθ α / θ / ουδ ακαταμάχητος, ακαταμάχητη, ακαταμάχητο [akata'maçitos, akata'maçiti, akata'maçito] 1 που δεν του αντιστέκεται κν irrésistible Έχει ακαταμάχητη γοητεία. Il est d'un charme irrésistible. 2 αναμφισβήτητος irréfutable ακαταμάχητο επιχείρημα un argument irréfutable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|