ακαταμάχητος

Μεταφράσεις

ακαταμάχητος

(akata'maçitos) αρσενικό

ακαταμάχητη

(akata'maçiti) θηλυκό

ακαταμάχητο

irresistible, compelling, foursquareirrésistible (akata'maçito) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν του αντιστέκεται κν Έχει ακαταμάχητη γοητεία.
2. αναμφισβήτητος ακαταμάχητο επιχείρημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close