ακατανίκητος

(προωθήθηκε από ακατανίκητη)
Μεταφράσεις

ακατανίκητος

(akata'nicitos) αρσενικό

ακατανίκητη

(akata'niciti) θηλυκό

ακατανίκητο

imbattableirresistible, unbeatable (akata'nicito) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν τον νικάει κν ακατανίκητος στρατός
2. ακαταμάχητος ακατανίκητος πειρασμός
3. αναμφισβήτητος ακατανίκητο επιχείρημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close