| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.152.605 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακατανίκητος |
0,02 sec. |
|
ακατανίκητος imbattable irresistible, unbeatable επίθ α / θ / ουδ ακατανίκητος, ακατανίκητη, ακατανίκητο [akata'nicitos, akata'niciti, akata'nicito] 1 που δεν τον νικάει κν invincible ακατανίκητος στρατός une armée invincible 2 ακαταμάχητος irrésistible ακατανίκητος πειρασμός une tentation irrésistible 3 αναμφισβήτητος irréfutable ακατανίκητο επιχείρημα un argument irréfutable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|