| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.051.475 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακινησία |
0,01 sec. |
|
ακινησία immobility, rest akinésie ουσ θ ακινησία [acini'sia] έλλειψη κίνησης immobilité πλήρης ακινησία une immobilité totale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|