Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.115.186 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ακμή

0,02 sec.
ακμή acme, acne, edge acné, bout, cime, pointe حب الشباب akné akne Akne acné akne akne acne にきび 여드름 acne kvise trądzik acne угревая болезнь akne สิว sivilce mụn trứng cá 粉刺
ουσ θ ακμή [ak'mi]
1 η δόξα, η άνθηση prospérité; essor
περίοδος ακμής une période de prospérité
βρίσκομαι σε πλήρη ακμή être en plein essor
ακμή και παρακμή grandeur et décadence
2 η πιο δυνατή στιγμή forceau comble de/au sommet de
είμαι στην ακμή της ηλικίας être dans la force de l'âge
στην ακμή της δόξας μου au comble/au sommet de sa gloire
3 η ευθεία επαφής δυο πλευρών arête
οι ακμές του κύβου les arêtes d'un cube


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.