ακμαίος

Μεταφράσεις

ακμαίος

(ak'meos) αρσενικό

ακμαία

(ak'mea) θηλυκό

ακμαίο

fuertepuissant, robusteactive (ak'meo) ουδέτερο
επίθετο
1. δυνατός νιώθω ακμαίος ακμαίος γέρος ακμαίο ηθικό
2. με πλούσια δραστηριότητα και εξέλιξη ακμαίο εμπόριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close