ακολουθία

Μεταφράσεις

ακολουθία

entourage, retinue, sequence, escort, following, suitemesse, clique, cortège, escorte (akolu'θia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. λογική σειρά ακολουθία ιδεών
2. ομάδα ανθρώπων που συνοδεύουν κπ επίσημο πρόσωπο επίσημη ακολουθία Έφτασε με την ακολουθία του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close