| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.802.653 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ακολουθώ |
0,02 sec. |
|
|
ακολουθώ follow, accompany, go after suivre, poursuivre يَتَبِع, يَسعَى وراء následovat, usilovat følge, gå efter folgen, nachlaufen ir tras, seguir seurata, tavoitella poći po, slijediti inseguire, seguire ・・・について行く, ・・・を追う ...에 잇따르다, ...을 추구하다 achternagaan, volgen følge (etter), gå etter iść za, nastąpić correr atrás, seguir добиваться, следовать följa, gå efter แสวงหาติดตาม, ตาม izlemek, peşinden gitmek đi theo 跟随, 追求
ρ μετβ ακολουθώ [akolu'θo] 1 πηγαίνω πίσω από κπ ή κτ suivrepoursuivre 2 πηγαίνω προς μια κατεύθυνση suivre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|