ακονίζω

Μεταφράσεις

ακονίζω

sharpen, honeaiguiser (ako'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τροχίζω ακονίζω το μαχαίρι
2. μεταφορικά εξασκώ ακονίζω το μυαλό μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close