ακουστικός

Μεταφράσεις

ακουστικός

(akusti'kos) αρσενικό

ακουστική

(akusti'ci) θηλυκό

ακουστικό

acoustic, auditory, audio, auralacoustiqueسَمْعِيّakustickýakustiskakustischacústicoakustinenakustičanacustico聴覚の소리의akoestischakustiskakustycznyacústicoакустическийakustiskซึ่งเกี่ยวข้องกับเสียงakustikkhông dùng điện声学的 (akusti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την ακοή ακουστικό σήμα ακουστικό σήμα τηλεφώνου
που μαθαίνει εύκολα ακούγοντας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close