ακούγομαι

Μεταφράσεις

ακούγομαι

(a'kuɣome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. μεταδίδω έναν ήχο, γίνομαι αισθητός Δεν ακούγεσαι καλά.
2. κάνω κτ γνωστό Tα παιδιά θέλουν να ακουστούν.
3. διαδίδεται η φήμη ότι Ακούγεται ότι θα παντρευτείς.
4. κτ ηχεί με κάποιον τρόπο Ακούγεται λάθος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close