ακούραστος

(προωθήθηκε από ακούραστη)
Μεταφράσεις

ακούραστος

(a'kurastos) αρσενικό

ακούραστη

(a'kurasti) θηλυκό

ακούραστο

nelaceblainfatigableindefatigable, tireless (a'kurasto) ουδέτερο
επίθετο
που δε νιώθει εύκολα κούραση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close