ακούσιος

(προωθήθηκε από ακούσιο)
Μεταφράσεις

ακούσιος

(a'kusios) αρσενικό

ακούσια

(a'kusia) θηλυκό

ακούσιο

involuntary, unintentionalغَيْرُ مُتَعَمَّدneúmyslnýuforsætligunabsichtlichinvoluntariotahatoninvolontairenenamjeraninvolontario故意でない본의 아닌onbedoeldutilsiktetniezamierzonyinvoluntário, não intencionalнепреднамеренныйoavsiktligไม่ได้เจตนาkasıtsızkhông chủ tâm无心的 (a'kusio) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς τη θέληση κάποιου ακούσια αντίδραση ακούσιoς φόνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close