Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.584.315 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ακούσιος

0,01 sec.
ακούσιος involuntary, unintentional غير متعمد neúmyslný uforsætlig unabsichtlich involuntario tahaton involontaire nenamjeran involontario 故意でない 본의 아닌 onbedoeld utilsiktet niezamierzony desintencional, não intencional непреднамеренный oavsiktlig ไม่ได้เจตนา kasıtsız không chủ tâm 无心的
επίθ α / θ / ουδ ακούσιος, ακούσια, ακούσιο [a'kusios, a'kusia, a'kusio] χωρίς τη θέληση κάποιου involontaire
ακούσια αντίδραση une réaction involontaire
ακούσιoς φόνος un meurtre involontaire
επίρρ ακούσια [a'kusia] involontairementcontre son gré


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.