| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.584.315 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακούσιος |
0,01 sec. |
|
ακούσιος involuntary, unintentional غير متعمد neúmyslný uforsætlig unabsichtlich involuntario tahaton involontaire nenamjeran involontario 故意でない 본의 아닌 onbedoeld utilsiktet niezamierzony desintencional, não intencional непреднамеренный oavsiktlig ไม่ได้เจตนา kasıtsız không chủ tâm 无心的 επίθ α / θ / ουδ ακούσιος, ακούσια, ακούσιο [a'kusios, a'kusia, a'kusio] χωρίς τη θέληση κάποιου involontaire ακούσια αντίδραση une réaction involontaire ακούσιoς φόνος un meurtre involontaire επίρρ ακούσια [a'kusia] involontairementcontre son gré Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|