ακούω

Μεταφράσεις

ακούω

hören, zuhörenlisten, hearaŭdiescuchar, oírécouter, entendrehoren, luisterenيَسْتَمِعُ, يَسْمَعُposlouchat, slyšethøre, lyttekuulla, kuunnellačuti, slušatiascoltare聞く듣다høre, lytteusłuchać, usłyszećouvirслушать, слышатьhöra, lyssnaได้ยิน, ฟังdinlemek, işitmeknghe (a'kuo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αντιλαμβάνομαι με την ακοή Δεν ακούω καλά. Ακούω φωνές.
2. παρακολουθώ Σας ακούω, τι θέλετε; Ακούω μια εκπομπή στο ραδιόφωνο. ακούω μουσική
3. υπακούω ακούω τους γονείς μου
4. υπολογίζω ακούω τη γνώμη κάποιου
5. μαθαίνω, ξέρω Άκουσα πολλά γι' αυτήν. Άκουσα πως δε θα ξαναγυρίσεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close