| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.926.567 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακούω |
0,01 sec. |
|
ακούω hören, zuhören hear, listen aŭdi escuchar, oír écouter, entendre horen, luisteren يَستمِع, يَسمَع poslechnout, uslyšet høre, lytte kuulla, kuunnella čuti, slušati ascoltare 聞く 듣다 høre, lytte usłuchać, usłyszeć ouvir слушать, слышать höra, lyssna ได้ยิน, ฟัง dinlemek, işitmek nghe 听 ρ μεσοπαθ ακούγομαι [a'kuɣome] 3 διαδίδεται η φήμη ότι le bruit court queil paraît que Ακούγεται ότι θα παντρευτείς. Le bruit court que tu te marierais. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|