Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.296.199 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ακριβός

0,02 sec.
ακριβός expensive, costly, dear cher, coûteux teuer caro مرتفع الثمن drahý dyr caro kallis skup costoso 高価な 비싼 duur dyr drogi дорогой dyr แพง pahalı đắt 昂贵的
επίθ α / θ / ουδ ακριβός, ακριβή, ακριβό [akri'vos, akri'vi, akri'vo] για το οποίο χρειάζονται πολλά χρήματα cher, chèrecoûteux/-euse
Φοράει ακριβά ρούχα. Il porte des vêtements chers.
Η Αθήνα είναι ακριβή πόλη. Αthènes est une ville chère.
ακριβό ξενοδοχείο un hôtel coûteux/onéreux
επίρρ ακριβά [akri'va]
σε πολύ υψηλή τιμή cher
αγοράζω κτ ακριβά acheter qqch cher
Κοστίζει ακριβά. Ça coûte cher.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.