| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.519.486 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακρωτηριασμός |
0,03 sec. |
|
ακρωτηριασμός amputation amputation ουσ α ακρωτηριασμός [£££akrotiria'zmos] η αφαίρεση μέρους του σώματος amputation; mutilation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|