| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.059.500 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακτινοβολία |
0,03 sec. |
|
ακτινοβολία radiation, projection إشعاع radiace stråling Strahlung radiación säteily rayonnement radijacija radiazione 放射 복사 straling stråling promieniowanie radiação радиация strålning รังสี radyasyon sự bức xạ 辐射 ουσ θ ακτινοβολία [aktinovo'lia] 1 εκπομπή ακτίνων rayonnement ηλιακή ακτινοβολία rayonnement solaire 2 λάμψη rayonnement η ακτινοβολία ενός πολιτισμού le rayonnement d'une civilisation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|