ακτινοβολώ

Μεταφράσεις

ακτινοβολώ

radiate, twinkle (aktinovo'lo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. λάμπω το φως ακτινοβολεί
2. μεταφορικά εκπέμπω χαρά Το πρόσωπό της ακτινοβολεί. ακτινοβολώ από χαρά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close