Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.558.759 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ακτινοσκοπώ

0,02 sec.
ακτινοσκοπώ يصور بأشعة إكس
ακτινοσκοπώ zrentgenovat
ακτινοσκοπώ røntgenfotografere
ακτινοσκοπώ röntgen
ακτινοσκοπώ X-ray
ακτινοσκοπώ radiografiar
ακτινοσκοπώ ottaa röntgenkuva
ακτινοσκοπώ radiographier
ακτινοσκοπώ snimiti rendgenom
ακτινοσκοπώ fare una radiografia
ακτινοσκοπώ X線写真を撮る
ακτινοσκοπώ X선 사진을 찍다
ακτινοσκοπώ een röntgenfoto maken
ακτινοσκοπώ røntgenfotografere
ακτινοσκοπώ prześwietlić
ακτινοσκοπώ radiografar
ακτινοσκοπώ делать рентген
ακτινοσκοπώ röntga
ακτινοσκοπώ ถ่ายภาพด้วยรังสีเอ็กซ์
ακτινοσκοπώ röntgenini çekmek
ακτινοσκοπώ chụp X-quang
ακτινοσκοπώ X光透视


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.