ακυρώνω

Μεταφράσεις

ακυρώνω

cancel, annul, invalidate, repeal, rescind, overruleannuler, invaliderيُلْغِي, يُلغِي قَرَاراًzamítnout, zrušitaflyse, underkendeabsagen, überstimmencancelar, invalidarkumota, peruuttaaotkazati, ukinutiannullare, rovesciareくつがえす, 取り消す...을 취소하다, 각하하다annuleren, verwerpenavbryte, underkjenneodwołać, podjąć decyzję przeciwnąanular, cancelarотклонять, отменятьavboka, avvisaกลับการตัดสินใจ, ยกเลิกiptal etmek, kararı bozmakbác bỏ, hủy bỏ取消, 驳回 (aci'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ματαιώνω ακυρώνω ένα ταξίδι
2. αναιρώ ακυρώνω μία δικαστική απόφαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close