| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.211.369 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ακόλουθος |
0,01 sec. |
|
ακόλουθος attaché, domestique, prochain, suivant following, acolyte, attendant لاحِق následující følgende folgend siguiente seuraava sljedeći seguente 以下の 다음의 volgend følgende następujący seguinte следующий följande ถัดไป izleyen sau đây 下列的 επίθ α / θ / ουδ ακόλουθος, ακόλουθη, ακόλουθο [a'koluθos, a'koluθi, a'koluθo] που αναφέρεται αμέσως μετά suivant/-anteci-après οι ακόλουθοι όροι les conditions suivantes ουσ α / θ ακόλουθος, ακόλουθη 1 συνοδός επίσημου προσώπου acolyte 2 εκπρόσωπος σε πρεσβεία attaché o εμπορικός ακόλουθος l'attaché commercial |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|