ακόλουθος

(προωθήθηκε από ακόλουθο)
Μεταφράσεις

ακόλουθος

(a'koluθos) αρσενικό

ακόλουθη

(a'koluθi) θηλυκό

ακόλουθο

(a'koluθo) ουδέτερο
επίθετο
που αναφέρεται αμέσως μετά οι ακόλουθοι όροι

ακόλουθος

αρσενικό

ακόλουθη

suivant, attaché, domestique, prochainfollowing, acolyte, attendantالتَّاليّnásledujícífølgendefolgendsiguienteseuraavasljedećiseguente以下の다음의volgendfølgendenastępującyseguinteследующийföljandeถัดไปizleyensau đó下列的 θηλυκό
ουσιαστικό
1. συνοδός επίσημου προσώπου O πρόεδρος και οι ακόλουθοί του.
2. εκπρόσωπος σε πρεσβεία o εμπορικός ακόλουθος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close