| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.494.115 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ακύρωση |
0,01 sec. |
|
ακύρωση cancellation, invalidation, defeat, annulment annulation, invalidation إلغاء zrušení aflysning Absage cancelación peruutus ukinuće cancellazione キャンセル 취소 annulering kansellering odwołanie cancelamento отмена avbokning การยกเลิก iptal sự hủy bỏ 取消 ουσ θ ακύρωση [a'cirosi] 1 ματαίωση annulation ακύρωση μιας συνάντησης l'annulation d'une rencontre ακύρωση πτήσης l'annulation d'un vol 2 αναίρεση annulationinvalidation ακύρωση συμβολαίου l'annulation d'un contrat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|