αλάνθαστος

(προωθήθηκε από αλάνθαστη)
Μεταφράσεις

αλάνθαστος

(a'lanθastos) αρσενικό

αλάνθαστη

(a'lanθasti) θηλυκό

αλάνθαστο

infallible, unerring (a'lanθasto) ουδέτερο
επίθετο
1. τελείως σωστός αλάνθαστο κείμενο
2. που δεν κάνει ποτέ λάθη αλάνθαστος διορθωτής Κανείς δεν είναι αλάνθαστος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close