| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.728.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αλάνθαστος |
0,01 sec. |
|
αλάνθαστος infallible, unerring επίθ α / θ / ουδ αλάνθαστος, αλάνθαστη, αλάνθαστο [a'lanθastos, a'lanθasti, a'lanθasto] 1 τελείως σωστός impeccablesans faute 2 που δεν κάνει ποτέ λάθη infaillible αλάνθαστος διορθωτής un correcteur infaillible Κανείς δεν είναι αλάνθαστος. Nul n'est infaillible. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|