αλάτι

Μεταφράσεις

αλάτι

salSalzsaltsalsuolaselsale鹽, 塩zoutsólsalсольsolsalttuzمِلْحsůlsaltsol소금saltเกลือmuối (a'lati)
ουσιαστικό ουδέτερο
λευκή ουσία με αλμυρή γεύση χοντρό αλάτι ψιλό αλάτι
μεταφορικά η ουσία, η ομορφιά της ζωής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close