| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.465.451 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αλήθεια |
0,02 sec. |
|
αλήθεια Wahrheit truth, veracity, true, really verdad totuus vérité verità waarheid prawda verdade adevăr правда, истина pravda sanning حقيقة pravda sandhed istina 事実 진실 sannhet ความจริง gerçek sự thật 真理 ουσ θ αλήθεια [a'liθça] επίρρ αλήθεια πραγματικά réellementpour de vrai Έκανες, αλήθεια, τέτοιο πράγμα; στ' αλήθεια πραγματικά réellementpour de vrai Είναι στ' αλήθεια άρρωστος. Il est réellement malade. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|