αλήθεια

Μεταφράσεις

αλήθεια

(a'liθça)
ουσιαστικό θηλυκό
η πραγματικότητα λέω την αλήθεια η καθαρή αλήθεια
λέγεται όταν παραδεχόμαστε κτ
είναι γεγονός

αλήθεια


επίρρημα
πραγματικά Έκανες, αλήθεια, τέτοιο πράγμα;
πραγματικά Είναι στ' αλήθεια άρρωστος.

αλήθεια

Wahrheittruth, veracity, true, reallyverdadtotuusvéritéveritàwaarheidprawdaverdadeadevărправда, истинаpravdasanningحَقِيقَةpravdasandhedistina事実진실sannhetความจริงgerçeksự thật真理истина
επιφώνημα
δηλώνει εισαγωγή σε νέο θέμα Αλήθεια, ξέρεις τι ώρα θα φύγουμε;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close