αλείφω

Μεταφράσεις

αλείφω

(a'lifo)

αλείβω

baste, spread (a'livo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
απλώνω αλείφω το ψωμί με βούτυρο αλείφω το σώμα μου με λάδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close