| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.885.408 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αλεξίπτωτο |
0,01 sec. |
|
|
αλεξίπτωτο Fallschirm parachute parachute парашют مِظَلة padák faldskærm paracaídas laskuvarjo padobran paracadute パラシュート 낙하산 parachute fallskjerm spadochron pára-quedas fallskärm ร่มชูชีพ paraşüt cái dù 降落伞 парашут 降落傘 מצנח
ουσ ουδ αλεξίπτωτο [ale'ksiptoto] συσκευή για ασφαλή πτώση από ψηλά parachute Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|