Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.159.960 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αληθινός

0,01 sec.
αληθινός true, real, actual, factual, veritable prava, vera vrai adevărat حقيقي pravdivý sand wahr verdadero tosi istinit vero 本当の 진실한 waar sann prawdziwy verdadeiro истинный sant ที่เป็นเรื่องจริง gerçek thật 真实的
επίθ α / θ / ουδ αληθινός, αληθινή, αληθινό [alithi'nos, alithi'ni, alithi'no]
1 πραγματικός existant/-anteréel/-elle
ένα αληθινό περιστατικό un fait réel
ένας αληθινός φίλος un véritable ami
Nιώθω αληθινή ευχαρίστηση. Éprouver un réel plaisir.
2 γνήσιος, ατόφιος vrai, vraie
αληθινό διαμάντι un vrai diamant
3 ειλικρινής sincèrevrai, vraie
αληθινή αγάπη un véritable amour
4 σαν πραγματικός vrai
Ένα μεγάλο σπίτι, αληθινό κάστρο. Une grande maison, un vrai château.
αληθινός παράδεισος un vrai paradis


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.