| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.756.345 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αληθοφανής |
0,01 sec. |
|
αληθοφανής plausible επίθ α/θ / ουδ αληθοφανής, αληθοφανές [aliθofa'nis, aliθofa'nes] που φαίνεται αληθινός vraisemblable για αληθοφανείς λόγους pour des raisons vraisemblables Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|