αλκοολούχος

(προωθήθηκε από αλκοολούχο)
Μεταφράσεις

αλκοολούχος

(alkoo'luxos) αρσενικό

αλκοολούχοςα

(alkoo'luxosa)

αλκοολούχο

alcoholic (alkoo'luxo) ουδέτερο
επίθετο
που περιέχει οινόπνευμα αλκοολούχα ποτά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close