αλκοόλ

Μεταφράσεις

αλκοόλ

алкохолalkoholalcoholalcoolalkoholalcoholалкогольalkoholAlkohol酒精アルコールálcoolalkoholแอลกอฮอล์alkohol酒精alcoholالكحول알코올אלכוהול (alko'ol)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
1. οινόπνευμα Αυτό το ποτό περιέχει αλκοόλ.
2. οινοπνευματώδες ποτό πίνω αλκοόλ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close