Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.261.594 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αλλά

0,04 sec.
αλλά men but mais אבל maar men لكن ale aber pero mutta ali ma しかし 그러나 ale mas но men แต่ fakat nhưng 但是
σύνδ αλλά [a'la]
1 μα, όμως mais
Ήθελα να μιλήσω, αλλά δε με άφησαν. Je voulais parler, mais on ne m'a pas laissé.
Θα το κάνω, αλλά όχι τώρα. Je le ferai, mais pas maintenant.
2 με τον όρο να sous condition de
Έλα, αλλά θα είσαι ήσυχος. Viens, mais tu seras sage.
Δέχεται την προσφορά μας, αλλά βάζει όρους. Il accepte notre offre, mais il met ses conditions.
όχι μόνο ..., αλλά και
με έμφαση non seulement... mais
Όχι μόνο δεν ήρθε, αλλά και δεν μας ειδοποίησε. Non seulement il n'est pas venu, mais il ne nous a même pas avertis.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.